- βόλβα
- βόλβα, ἡ, = Lat.A vulva, AP11.410 (Lucill.).
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
βόλβαι — βόλβα vulva fem nom/voc pl βόλβᾱͅ , βόλβα vulva fem dat sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βόλβαν — βόλβᾱν , βόλβα vulva fem acc sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βολβῶν — βόλβα vulva fem gen pl βολβός purse tassels masc gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Βόλβαν — Βόλβᾱν , Βόλβη fem acc sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βόλβη — βόλβα vulva fem nom/voc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βόλβην — βόλβα vulva fem acc sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βόλβης — βόλβα vulva fem gen sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
βόλβῃ — βόλβα vulva fem dat sg (attic epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
Βόλβαι — Βόλβη fem nom/voc pl Βόλβᾱͅ , Βόλβη fem dat sg (doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)